• Home
  • About
  • Editorial
  • Publications
  • Presentations
  • People
  • Links

Περιβαλλοντικη Αρχαιολογια – Environmental Archaeology

H Περιβαλλοντική Αρχαιολογία στην Ελλάδα – Environmental Archaeology in Greece

Feeds:
Posts
Comments
« Θερινό Οικολογικό ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
First Indication For Embalming In Roman Greece »

Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον είναι έννοιες αλληλένδετες.

August 14, 2008 by bioarxaiologia

Θερινό Οικολογικό ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Ομιλία: ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον είναι έννοιες αλληλένδετες.

Λίλιαν Καραλή, Καθηγήτρια Αρχαιολογίας Παν/μίου Αθηνών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον είναι έννοιες αλληλένδετες, αναπόσπαστα δεμένες μεταξύ τους. Ο άνθρωπος αρχικά επηρεάζεται από τον περιβάλλοντα χώρο, τα ζωικά και φυτικά είδη του, τις γεωλογικές και κλιματολογικές συνθήκες. Μέσα σ’ αυτό το φυσικό πλαίσιο προσαρμόζει όσο μπορεί τη ζωή του, αντλεί την τροφή του, κατασκευάζει την κατοικία του. Αργότερα επεμβαίνει και ο ίδιος σ’ αυτό το χώρο, εκτρέφοντας ή καλλιεργώντας είδη, εξημερώνοντας άλλα, αποψιλώνοντας εκτάσεις για δημιουργία αγρών, εκτρέποντας την ροή ποταμών, διασχίζοντας ποτάμια και θάλασσες, προκαλώντας ή περιορίζοντας αλλαγές.

Κάθε ίχνος του ανθρώπου στο περιβάλλον του, είναι σημείο προς ανάγνωση και αποσαφήνιση. Οι αρχαιολογικές αποθέσεις που βρίσκουμε σήμερα είναι αποτέλεσμα μιας από κοινού δράσεως διαφόρων συνιστωσών, όπως οι πλημμύρες, οι μετακινήσεις ιζημάτων από καλλιέργειες ,από ποταμούς και χείμαρρους, από οικοδομική δραστηριότητα κλπ. Ο αρχαιολόγος πρέπει να μπορεί να κατανοήσει τις αλλαγές που επέρχονταν στην επιφάνεια της γης, στις ακτές και στα ποτάμια συστήματα, όπως είναι για παράδειγμα η δημιουργία ιζημάτων, η αφαίρεση των οποίων γίνεται με τη διάβρωση ή τη μεταλλαγή τους λόγω διαφόρων συνθηκών. Κυρίως πρέπει να κατανοήσει τη σχέση ανθρώπου –γης και υγρού στοιχείου στο παρελθόν. Η κατανόηση αυτή είναι ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της αποσπασματικότητας των αρχαιολογικών δεδομένων αλλά και λόγω των αλλαγών που παρεμβάλλονται εν τω μεταξύ, τόσο στο φυσικό περιβάλλον, όσο και στον ανθρώπινο παράγοντα

Επομένως για να μπορέσουμε να μελετήσουμε τους αρχαιολογικούς χώρους είναι ανάγκη να αναγνωρίσουμε το δίκτυο των σχέσεων ανάμεσα στα φυτά, στον άνθρωπο, στα ζώα, στη γη και στο υγρό στοιχείο, γεγονός που θα μας βοηθήσει ίσως να καταλάβουμε κάποια πράγματα από τις πρώιμες ανθρώπινες δραστηριότητες, και να τις ερμηνεύσουμε συγχρονικά μέσα στο «σύγχρονο» τους περιβάλλον. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, ως γνωστόν, συμβάλλουν διάφορες επιστήμες όπως η Γεωαρχαιολογία, η Παλαιοβοτανική, η Αρχαιοζωολογία και άλλες.. Τα πορίσματα της κάθε μίας χωριστά και στη συνέχεια ο συνδυασμός τους δίνουν την τελική ερμηνεία , η οποία είναι πολλές φορές τελείως διαφορετική από εκείνη ,που προκύπτει από την απλή παραδοσιακή αρχαιολογική προσέγγιση.

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

Το ελληνικό τοπίο χαρακτηρίζεται από ποικιλία και αντιθέσεις. Τα όρη, αποτέλεσμα της Αλπικής Ορογενέσεως χαρακτηρίζουν τον ηπειρωτικό και νησιωτικό χώρο ενώ η έντονη ηφαιστειακή και τεκτονική δραστηριότητα δημιούργησαν κυρίως τον νησιωτικό χώρο .

. Τα δύο τρίτα της χώρας έχουν υψόμετρο πάνω από 250μ. και μόνο το 10% της συνολικής επιφάνειας είναι ομαλό. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας απέχει λιγότερο από 40χλμ. από τη θάλασσα, συνδυάζοντας θάλασσα, βουνό, πεδιάδα. Το υγρό στοιχείο συντείνει στη δημιουργία ενός σύνθετου τρόπου ζωής, ιδιαίτερα επιτυχή για την οικονομική και κοινωνική ανέλιξη καθώς η θάλασσα διευκολύνει την επικοινωνία και το εμπόριο, η πεδιάδα τις καλλιέργειες, ενώ στα ορεινά ευνοείται η κτηνοτροφία.

Βεβαίως με το πέρασμα των αιώνων το φυσικό αυτό πλαίσιο υπέστη ισχυρές μεταμορφώσεις εξαιτίας της φυσικής αλλά και της ανθρώπινης επέμβασης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Σαντορίνης όπου εξαφανίστηκαν πολλά στοιχεία από την φυτική κάλυψη και την πανίδα της περιοχής μέχρι και ολόκληρη επιφάνεια του ανάγλυφου. Κατά τη διάρκεια του μεσοζωικού μεγααιώνα , εκεί όπου σήμερα είναι το Αιγαίο Πέλαγος με τα νησιά του υπήρχε η λεγόμενη Τηθύς, Θάλασσα, της οποίας ο πυθμένας αποτελείτο από ωκεάνιο φλοιό. Στο τέλος του δευτερογενούς (μεσοζωικού) και στην αρχή του τριτογενούς οι δύο υποκείμενες τεκτονικές πλάκες συμπιέστηκαν με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η αλπική οροσειρά (η φάση αυτή ολοκληρώθηκε πριν από σαράντα εκατομμύρια χρόνια). Ακολούθησε δεύτερη σύγκρουση των πλακών και η δημιουργία νέων δομών οπότε ανυψώθηκε νέα οροσειρά αποχωρίζοντας δύο τμήματα του ηπειρωτικού φλοιού, την πλάκα του Αιγαίου και την πλάκα της Ανατολίας. Κατά τη διάρκεια της μετακίνησης των πλακών δημιουργήθηκαν νέα ρήγματα με αποτέλεσμα να διαμελιστούν οι ανυψωμένοι ορεινοί όγκοι αλλά και να υποβυθισθούν άλλοι. Η υποβύθιση αυτή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα αλλά Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το γεγονός ότι τα υλικά της αφρικανικής πλάκας και τα υπερκείμενα ιζήματα του φλοιού θερμαίνονται, τήκονται και δημιουργούν μάγμα που βρίσκει συχνά διέξοδο προς την επιφάνεια. Αυτό είναι η αιτία καταστροφικών ηφαιστειακών εκρήξεων και σεισμών. Στη διάρκεια του Πλειόκαινου ο χώρος του Αιγαίου έχει πλέον αναδυθεί αποκτώντας σχεδόν την σημερινή του μορφή, ενώ από 8.000-10.000 χρόνια πριν από σήμερα το κλίμα είναι συναφές με το σημερινό.

Σήμερα αναζητούμε σε ποικίλα πεδία την ανάμνηση που διατηρείται από τα γεγονότα, τα οποία επέδρασαν στο περιβάλλον και στην ζωή του ανθρώπου .Είναι σαφές ότι με τη διεπιστημονική συνεργασία και πιο συγκεκριμένα με τη βοήθεια πολλών επιστημονικών κλάδων, όπως της αρχαιολογίας, της ιστορίας, της φιλολογίας, της γλωσσολογίας, της γεωλογίας, της γεωγραφίας, της φυσικής, της βιολογίας, της οικολογίας κ.ά. καθίσταται εφικτή η προσέγγιση του παρελθόντος.. Η φυσική γεωγραφία για παράδειγμα μπορεί να μελετήσει τα μόνιμα στοιχεία του φυσικού πλαισίου και να προχωρήσει βαθύτερα στο παρελθόν των δομών εντοπίζοντας και τις διαδικασίες που προκάλεσαν τη δημιουργία τους. Όλα τα στοιχεία που αποτελούν τον φυσικό χώρο υπόκεινται σε μεταμορφώσεις. Η σημερινή εικόνα του περιβάλλοντος οφείλεται σε ποικίλες κλιματολογικές διαφοροποιήσεις, σε παραμορφώσεις του φλοιού της γης. Οι μεταμορφώσεις αυτές εμφανίζονται με πολύ διαφορετικό ρυθμό και συχνότητα προσφέροντας στον άνθρωπο άλλες δυνατότητες εκμετάλλευσης η εγκατάλειψης του χώρου κατοίκησης και δράσης. Χάρη στην μελέτη του ευρύτερου γεωγραφικού πλαισίου των πολιτισμών του ελληνικού χώρου, γίνονται κατανοητές οι παραγωγικές δραστηριότητες και τα προβλήματα και γενικότερα η οικονομία του παρελθόντος.

Στον χώρο του Αιγαίου είναι λοιπόν αδιαμφισβήτητο κέντρο η θάλασσα. Παρατηρείται μια φυσική ενότητα που χαρακτηρίζεται από την μορφή «κέντρο-περιφέρεια» προδιαθέτοντας μια ενότητα φυσική, κοινωνική ή και πολιτική, όπως καταδεικνύεται επιστημονικά από τον επιστημονικό κλάδο της Ανθρωπογεωγραφίας. Ο βυθός των ελληνικών θαλασσών χαρακτηρίζεται από βυθίσματα έως και 2.000 μέτρων, ενώ πλαισιώνεται από μια συνεχή ορεινή ζώνη πυκνότερη στο βορρά, με κοιλάδες και ποταμούς ανατολικά και τα νησιά του Αιγαίου νότια. Συγχρόνως παρατηρείται και έντονος διαμελισμός του υπέργειου χώρου, όπου το τοπίο χαρακτηρίζεται από δύσβατα βουνά, φαράγγια αλλά και επίπεδες επιφάνειες θαλάσσιων αναβαθμίδων κ. ά., στοιχεία που προσφέρουν βάση για αυτόνομη αγροτική ανάπτυξη και εγκατάσταση απομονωμένων κοινοτήτων. Η απομόνωση αυτή χαρακτηρίζει και τις κοινωνίες των νησιών δημιουργώντας έτσι κίνητρα για την αναζήτηση άλλων, εξωτερικών φυσικών πόρων από τη θάλασσα. Τα περισσότερα από τα νησιά ακολουθούν μια ισχυρή ναυτική παράδοση ενώ άλλα αναζητούν την αυτονομία τους στηριζόμενα στα γεωργο-κτηνοτροφικά προϊόντα. ¨Αλλα νησιά λόγω της ομοιογένειας στην μορφολογία τους έχουν κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, ενώ άλλα, λόγω της θέσης τους, χαρακτηρίζονται από απομόνωση.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΟΥΝ ΩΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Ως αρχαιολογική θέση ορίζεται κάθε χώρος όπου έρχονται στο φώς πάσης φύσεως κατάλοιπα που σχετίζονται με την ανθρώπινη ζωή, παρουσία και δράση. Σε κάθε αρχαιολογική θέση διασώζονται άμεσες και έμμεσες μαρτυρίες για το φυσικό και το τεχνητό περιβάλλον στο οποίο έδρασαν και διαβίωσαν οι ανθρώπινες κοινωνίες του παρελθόντος. Όμως το ζητούμενο είναι πώς και ποιο ακριβώς ήταν εκείνο το περιβάλλον και ιδιαίτερα το θαλάσσιο περιβάλλον, δεδομένων των μεταβολών της ιδιαίτερα πεποικιλμένης ακτογραμμής του ελληνικού χώρου και των πολυαρίθμων νησιών. Σήμερα χάρη στην προηγμένη διεπιστημονική έρευνα και στην μεγάλη εξειδίκευση είναι τις περισσότερες φορές εφικτή η προσέγγιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος του παρελθόντος με την λεπτομερή μελέτη και ανάλυση πολλών παραγόντων και παραμέτρων. Στην σύντομη αυτή εισήγηση θα αναφερθούν εν συντομία μόνον οι εξής βασικοί τομείς έρευνας.

ΓΕΩΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

· Γεωλογία

· Η μορφολογία των ακτών: Ακτές, Θίνες και παραθαλάσσια σπήλαια

· Παράκτια και Θαλάσσια ιζήματα

· Ωκεάνιοι πυρήνες

ΒΙΟΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Α) ΕΘΝΟΒΟΤΑΝΙΚΗ

· Θαλάσσια φυτά, Φύκη, Διάτομα

· Κοράλλια

Β) ΑΡΧΑΙΟΟΣΤΕΟΛΟΓΙΑ

· Θαλάσσιοι οργανισμοί, Θαλάσσια ζώα

· Θαλάσσια θηλαστικά

· Ιχθύες

· Ασπόνδυλα, Μαλάκια, Αρθρὀποδα, Εχινοδέρματα κ.α.

ΓΕΩΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Απαραίτητη είναι η μελέτη της γεωλογικής σύστασης και των γεωλογικών δομών των παράκτιων η νησιωτικών οικισμών.

Η μορφολογία των ακτών:

Ακτές. Έχουν διατηρηθεί ακτές παλαιότερων γεωλογικών περιόδων είτε λόγω τεκτονικών κινήσεων, είτε εξαιτίας της πτώσης της θάλασσας. Και οι δύο διαδικασίες οφείλονται στην εναλλαγή παγετώδων-μεσοπαγετώδων περιόδων. Οι τεκτονικές ανοδικές κινήσεις που συνδέονται με μεσοπαγετώδεις φάσεις είναι γνωστές ως ισοστατική επανόρθωση (isostatic recovery). Η τήξη των πάγων και η επακόλουθη μείωση του βάρους έχει ως αποτέλεσμα την ανύψωση της επιφάνειας του εδάφους. Κατά συνέπεια οι ακτές υψώνονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και διατηρούνται σε αυτό το επίπεδο. Με το Τέλος των παγετώνων η ταχεία άνοδος της θαλάσσιας στάθμης προκάλεσε σημαντικές μεταβολές στον χώρο του Αιγαίου. Οι μεταβολές αυτές ήταν ραγδαίες λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας και της τήξης των πάγων στα μεσαία και μεγάλα υψόμετρα. Στο μέγιστο της παγετώδους η στάθμη βρισκόταν μεταξύ 100 και 120 μέτρων κάτω από τη σημερινή. Γύρω στα 11.000 χρόνια πριν η στάθμη ανέβηκε περίπου στα 60 μέτρα, ενώ στα 7.500 χρόνια πριν στα 20 μέτρα από το σημερινό επίπεδο. Για περίπου 6.000-5.000 χρόνια η άνοδος αυτή συνεχιζόταν με τον ίδιο ρυθμό. Έτσι σε διάστημα μερικών χιλιετιών η ακτογραμμή μετατοπίσθηκε πίσω από τις κρηπίδες που ήδη είχαν αναδυθεί και προχώρησε προς το εσωτερικό σχηματίζοντας πολλούς βαθείς κόλπους. Στις εσοχές των ακτών της αιγαιακής λεκάνης σχηματίστηκαν ποτάμια ιζήματα τα οποία συναντούσαν τα θαλάσσια. Στη συνέχεια σχηματίστηκαν ιζηματογενή πρίσματα ηπειρωτικής προέλευσης με τη μορφή δέλτα προχωρώντας προς τα ανοιχτά και αφήνοντας πίσω πεδιάδες με έλη και βάλτους. Σήμερα οι ελληνικές ακτές είναι ιδιαίτερα ελικοειδείς και η μορφή τους υφίσταται σε πολλές περιπτώσεις έντονη διαφοροποίηση και εξέλιξη. Χαρακτηριστική ένδειξη αποτελούν μεταξύ άλλων οι παράλληλες οριζόντιες αυλακώσεις και σ’ αυτές η παρουσία εγκατάστασης μικροοργανισμών που διαβιούν μόνον στο επίπεδο όπου η βραχώδης ακτή συναντά το εκάστοτε επίπεδο της θάλασσας, Συχνά, λόγω της καταλληλότητας των θαλάσσιων αποθέσεων για καλλιέργεια, οι εκτάσεις αυτές καταλαμβάνονται από αγροτικές κοινότητες.Η διατήρηση του δεύτερου βασικού τύπου σχηματισμού ακτής οφείλεται στο γεγονός, ότι κατά το Πλειστόκαινο έλαβε χώρα μια σταδιακή, εκτεταμένη συστηματική μείωση του ύψους της θαλάσσιας στάθμης.

Και στις δύο περιπτώσεις αποκαλύπτονται παλαιά θαλάσσια σπήλαια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από τους ανθρώπους για κατοίκηση και διασώζουν μέχρι σήμερα λείψανα της ανθρώπινης παρουσίας.

Ακτές και παραθαλάσσια σπήλαια. Σχηματίζονται συνήθως κατά μήκος επίπεδων επιφανειών μικρού πάχους, ενός βράχου, από θαλάσσια δράση, υπό την προϋπόθεση ότι ο συγκεκριμένος βράχος είναι αρκετά σκληρός για να υποβαστάζει σπήλαιο. Πρόκειται για περιβάλλοντα που ευνοούν κάποτε τη διατήρηση ποικίλων παλαιών περιβαλλοντικών στοιχείων. Συχνά κατοικήθηκαν από τον άνθρωπο και μέσα σε αυτά βρίσκονται τέχνεργα και άλλα αρχαιολογικά κατάλοιπα.Τα σπήλαια λόγω του κλειστού και προστατευμένου από τον εξωτερικό κόσμο περιβάλλοντος, συντείνουν στη διατήρηση τόσο του δικού τους παλαιοπεριβάλλοντος όσο και των στοιχείων, που βρέθηκαν μέσα σ’αυτά. Τέτοια στοιχεία – μάρτυρες άλλων παλαιοπεριβαλλόντων, γειτονικών ή μακρινών – παρεισφρύουν στον κλειστό χώρο του σπηλαίου, είτε εκουσίως είτε ακουσίως. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, σπόροι, γύρη, άνθρακας, καθώς και διάφορα αντικείμενα μπορούν να διατηρηθούν.

Θίνες Σχηματίζονται από ανεμομεταφερόμενη άμμο σε περιοχές όπου υπάρχουν ήδη κάποιες ποσότητες άμμου και επικρατεί παράλληλα εποχιακή ξηρασία, ενώ απουσιάζει η επιφανειακή βλάστηση. Οι περιοχές αυτές είναι συνήθως παράκτιες και διαθέτουν ζώνες με μεγάλη αρχαιολογική σημασία. Η άμμος μπορεί να μεταφερθεί από τον άνεμο σε απόσταση πάνω από 3 χλμ. και σε ύψος πάνω από 100 μ. Το περιβάλλον των αμμοθινών -ενεργές επιφάνειες θινών, μόνιμη χλόη και χαλαρές θίνες με αγριόχορτα, έλη και μικρές λίμνες,- ευνοεί την ανθρώπινη κατοίκηση. Υπάρχουν και θίνες απολιθωμάτων καθώς και άμμου από την ανώτερη παγετώδη περίοδο. Σε οποιοδήποτε επίπεδό τους μπορεί να βρεθούν αρχαιολογικοί ορίζοντες που περιλαμβάνουν υπολείμματα κατοίκησης, όπως τέχνεργα, όστρεα, οστά και κοπροσωρούς. Σε μερικές περιπτώσεις διατηρήθηκαν ακόμη και προϊστορικά ίχνη από αλέτρι μέσα ή κάτω από θαμμένο χώμα, μαρτυρώντας προγενέστερη καλλιεργητική δραστηριότητα.

Παράκτια και θαλάσσια ιζήματα μεγάλου βάθους. Τα υδάτινα ιζήματα μπορεί να είναι παραλιακά (coastal) ή βαθειάς θάλασσας. Τα τελευταία παρέχουν πληροφορίες για τη χρονολόγηση του Πλειστοκαίνου και των κλιματικών αλλαγών. Μπορούν να χρονολογηθούν με την τεχνική των ραδιοϊσοτόπων ακόμα κι όταν δεν υπάρχει αρχαιολογικό υλικό. Στα ιζήματα βαθειάς θάλασσας έχουν βρεθεί και μελετώνται μικροοργανισμοί, κυρίως Foraminifera, που παρέχουν πληροφορίες για τις θερμοκρασιακές μεταβολές. Η σχετική έλλειψη συγκεκριμένων ειδών ποικίλει ανάλογα με τη θερμοκρασία της θάλασσας και έτσι από την ανάλυση των ιζημάτων παρέχονται πληροφορίες για τις θερμοκρασίες ,που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της απόθεσης. Μπορεί, τέλος, να χρησιμοποιηθεί και η ανάλυση ιζημάτων με ισότοπα οξυγόνου.

Ωκεάνιοι πυρήνες Καρότα με ίζημα από τον ωκεάνιο πυθμένα μελετώνται στο εργαστήριο παρέχοντας αξιόπιστες πληροφορίες για το κλίμα και τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά γεγονότα του παρελθόντος. Αυτά αποτελούν επίσης σοβαρές πηγές χρονολόγησης.

ΒΙΟΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Απαραίτητη είναι η μελέτη των φυτών και των ζώων των παράκτιων η νησιωτικών οικισμών. Πολλά από αυτά αποτελούν πολύτιμους δείκτες του θαλάσσιου περιβάλλοντος από το οποίο προέρχονται, δηλαδή βαθειά ή ρηχά νερά, βραχώδεις ακτές, αμμώδεις ή λασπώδεις βυθούς κ.ά. Κατά την αναγνώριση και την ερμηνεία των υπολειμμάτων παρουσιάζονται προβλήματα που σχετίζονται με το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον των οικισμών και τους ενδημικούς πληθυσμούς πανίδας. Οι δύο αυτοί παράγοντες υπαγορεύουν, ως γνωστόν, σε μεγάλο βαθμό την ποικιλία και την ποσότητα των ζωικών και φυτικών καταλοίπων, που έρχονται στο φως με την ανασκαφή. Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος ζωής και οι συνήθειες των κατοίκων της περιοχής γίνεται τελικά συσχετισμός με το ευρύτερο μακροπεριβάλλον της ανασκαφής και της ευρύτερης περιοχής.

Α) ΕΘΝΟΒΟΤΑΝΙΚΗ

Θαλάσσια Φυτά. Είναι φυτά που αναπτύσσονται μέσα στο νερό, υπό την επιφάνειά του. Έχουν τελείως ιδιόμορφη κατασκευή είναι λεπτοφυά και προσαρμοσμένα στη λήψη οξυγόνου. Πολλά είδη των υδρόβιων φυτών καθίστανται επικίνδυνα στη ναυσιπλοΐα καθώς σχηματίζουν εκτεταμένα στρώματα στην επιφάνεια των θαλασσών δημιουργώντας προβλήματα στην μετακίνηση των πλοιαρίων. Στην Ελλάδα παρατηρούνται πολλές φορές περιορισμένες επιφανειακές εκτάσεις θαλάσσιων φυτών που όταν εκβάλλονται στις ακτές χαρακτηρίζονται από φύκια, λεγόμενες φυκάδες. Αποτυπώματα ή κατάλοιπα από φύκη είναι πολύτιμες ενδείξεις τόσο για το θαλάσσιο περιβάλλον όσο και για τις ανθρώπινες δραστηριότητες (π.χ. στρώματα από φύκη ή αποτυπώματά τους σε βάσεις αγγείων κτλ.).

Ανακτήθηκε από “http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A5%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82“

Διάτομα Τα διάτομα είναι μονοκύτταρα φύκη, των οποίων τα κυτταρικά τοιχώματα αποτελούνται από πυρίτιο και για τον λόγο αυτόν δεν καταστρέφονται αλλά διατηρούνται. Συσσωρεύονται στον πυθμένα υδάτινων περιβαλλόντων ενώ έχουν βρεθεί και σε ιζήματα τύρφης. Η τεχνική της ανάλυσης τους μοιάζει με εκείνη της γύρης. Συλλέγονται δείγματα από το έδαφος και τα σχήματα τους επιτρέπουν την ταξινόμηση τους. Η σύνθεση των διατόμων αντανακλά άμεσα τη σύνθεση των ειδών, και αποτελούν έμμεσο δείκτη της αλμυρότητας των υδάτων. Μπορούμε έτσι να καθορίσουμε το άμεσο περιβάλλον τους σε διαφορετικές περιόδους καθώς και το είδος του θαλάσσιου πυθμένα και της περιοχής όπου αυτά βρέθηκαν αλλά και των χρήσεων που αυτά έτυχαν από τον άνθρωπο.

Κοράλλια. Τα κοράλλια είναι υδρόβιοι οργανισμοί, ζωϊκοί και φυτικοί, που ζουν μέσα στο νερό και έχουν σκελετό και περίδερμα ασβεστολιθικό. Για να αναπτυχθούν και να τραφούν χρειάζονται ηλιακό φως για αυτό το λόγο ζούνε σε ρηχά νερά. Ζουν κυρίως σε αποικίες και η βάση αυτών των αποικιών είναι ο πολύποδας, μια μικροσκοπική ανεμώνη εξακτινωτής είτε οκτακτινωτής συμμετρίας. Γενικά, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: στα γνήσια και τα ψευδή κοράλλια ή ψευτοκοράλλια. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις όπου αναφέρονται κοράλλια σε ανασκαφές.

Β) ΑΡΧΑΙΟΣΤΕΟΛΟΓΙΑ

Θαλάσσιοι οργανισμοί, Θαλάσσια ζώα, Θαλάσσια Θηλαστικά. Ανάλογα με το είδος των ζώων που αντιπροσωπεύονται στα ανασκαφικά σύνολα, παίρνουμε πληροφορίες για το κλίμα, το περιβάλλον τόσο το περιφερειακό όσο και το τοπικό, καθώς και για την οικονομική και πολιτιστική βαθμίδα της κάθε εποχής. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία Θαλάσσιων οργανισμών. Ανάμεσα στα σημαντικότερα, ζώα της θάλασσας που βρίσκονται στις ανασκαφές είναι τα Θαλάσσια θηλαστικά, οι φώκιες, οι φάλαινες, τα δελφίνια κ.ά.

Ιχθύες. Σήμερα οι επιστήμονες αποδέχονται το γεγονός ότι με τη μελέτη των ψαριών θα έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα για την οικονομία και το περιβάλλον της κάθε εποχής. Τα ψάρια είναι πολύτιμοι δείκτες της αρχαίας υδρολογίας των ποταμών, του περιβάλλοντος και της συσσώρευσης μίας απόθεσης, των περιβαλλοντικών συστημάτων που εκμεταλλεύτηκε ο άνθρωπος και της περιόδου κατοίκησης μιας θέσης. Τα οστά αυτά, μολονότι μικρά και εύθραυστα, μπορούν να διατηρηθούν χιλιάδες χρόνια. Τα ψάρια διακρίνονται σε θαλάσσια, ποτάμια και του γλυκού νερού. Στη θάλασσα χώροι κατοίκησης θεωρούνται η βραχώδης και η αμμώδης ακτή, ο βραχώδης λάκκος και η βαθειά θάλασσα. Τα ψάρια του γλυκού νερού χωρίζονται σε δύο κατηγορίες : α) σε είδη που ζουν σε καλά οξυγονωμένους χώρους , όπως σε μεγάλες λίμνες ή ποτάμια, και β) σε είδη που ζουν σε φτωχά οξυγονωμένους χώρους, όπως σε μικρές λίμνες, βαλτώδεις περιοχές ή αργοκίνητα ποτάμια. Η εκμετάλλευση ειδών της βαθιάς θάλασσας, όπως του βακαλάου, καθώς και των θαλάσσιων θηλαστικών προϋποθέτει αξιοσημείωτη κυνηγετική δραστηριότητα και χρήση πλοίων. Η εκμετάλλευση ειδών, όπως είναι ο σολωμός, δηλαδή ειδών, που περνούν μέρος του κύκλου της ζωής τους στο γλυκό νερό και μέρος στη θάλασσα, μπορεί να μας δώσει ενδείξεις για την περίοδο κατοίκησης μιας θέσης, Από τα υπολείμματα των ψαριών τα πιο εύκολα αναγνωρίσιμα είναι η γνάθος και τα δόντια. Εξαιρετικά χρήσιμοι είναι και οι ωτόλιθοι, αφού εύκολα αναγνωρίζονται σε είδη κι έχουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης σε ετήσιους δακτυλίους. Επομένως, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό της ηλικίας του ψαριού και του κατά προσέγγιση μεγέθους του. Τα λέπια σχηματίζουν την τρίτη κατηγορία πληροφοριών. Δυστυχώς, όμως, και αυτά είναι σπάνια.

Ασπόνδυλα, Μαλάκια, Αρθρὀποδα, Εχινοδέρματα κ.α. Το τμήμα του ζώου που διατηρείται καλύτερα είναι το όστρεο και, εφόσον αυτό αποτελείται κυρίως από ανθρακικό ασβέστιο, οι συνθήκες διατήρησης πρέπει να είναι ασβεστούχες. Το μαλακολογικό υλικό μπορεί να μας δώσει στοιχεία, που αφορούν το περιβάλλον, δηλαδή το κλίμα, την πανίδα και τη χλωρίδα της περιοχής, τον τρόπο ζωής, τις ιδέες και τις πίστεις των ανθρώπων κάθε εποχής. Τα μαλάκια πρέπει να τα συνδέσουμε, εκτός από την τροφή, και με την κοινωνική ζωή, τα έθιμα και τις αντιλήψεις της περιοχής. Αποτελούν αναμφισβήτητα μέρος της πολιτιστικής ανάπτυξης μιας περιοχής. Τα συναντάμε συνήθως ως κοσμήματα ή ως θρησκευτικά σύμβολα. Τα στοιχεία που προκύπτουν βοηθούν στην εξαγωγή πληροφοριών, οι οποίες αφορούν στον ευρύτερο χώρο των θέσεων, στις συνθήκες ανακάλυψης των ευρημάτων, στην στρωματογραφία, στην πιθανή ύπαρξη εργαστηρίων ή και απλών χώρων επεξεργασίας των οστρέων και τις άλλες κατηγορίες υπολειμμάτων (χλωρίδα, πανίδα, πρακτικές δραστηριότητες κ.ά.). Η ποιότητα των συμπερασμάτων εξαρτάται από την επιλογή των κριτηρίων ανάλυσης. Παρόμοια πορίσματα σχετίζονται με την οργάνωση και την τοπογραφική εξάπλωση και κατανομή των πηγών πρώτης ύλης. Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι απαραίτητη η λεπτομερής μορφολογική εξέταση κάθε οστρέου χωριστά θαλάσσια μαλάκια

Στις ανασκαφές αξίζει να αναφερθεί και ο ρόλος των μαλακίων που και αυτά με τη σειρά τους συμβάλλουν στην αναπαράσταση του παλαιοπεριβάλλοντος. Μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε είδη που ζουν σε αμμώδεις ακτές, βραχώδεις ακτές, στις εκβολές ποταμών, σε λίμνες, σε ρηχά ή βαθιά νερά κ.α. Τα όστρεά τους παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ακτογραμμή, τις καθημερινές κινήσεις των ανθρώπων, τον χώρο δράσης τους καθώς και για τους παράκτιους χώρους κατοίκησης. Για παράδειγμα, σε σημερινή αμμώδη παραλία στην ανώτερη παράκτια ζώνη παρατηρείται ότι τα ιζήματα κάτω απ’ την άμμο είναι ποιοτικώς καλύτερα και περιέχουν προσχωσιγενή και βαλτώδη είδη μαλακίων, τα οποία ανέχονται χαμηλότερο ποσοστό άλατος, απ’ ό,τι εκείνα που ζουν στην ανοιχτή ακτή και κατοικούν στη λάσπη. Αυτό αποδεικνύει ότι έχουν συμβεί μεταβολές στην παράκτια μορφολογία της περιοχής. Μαρτυρία για την ύπαρξη προηγούμενης παράκτιας ζώνης μπορεί να διατηρηθεί με τη μορφή οπών, που δημιουργούν στον βράχο οι λιθοφάγοι, θαλάσσια είδη που ζουν σε βραχώδεις ακτές. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι στην προϊστορική Μακεδονία σε θέσεις που σήμερα απέχουν πολύ από την θάλασσα βρίσκονται μεγάλες και χαρακτηριστικές ποσότητες οστρέων καταναλωμένων μαλακίων. Αυτό αποτελεί επιβεβαίωση του γεγονότος ότι η θάλασσα εισχωρούσε τότε σε ορισμένες περιοχές πολύ βαθύτερα στο εσωτερικό . Επιβεβαιώνεται έτσι η εικόνα του παλαιοαναγλύφου . Πρέπει να έχουμε, όμως, υπόψη, ότι οι ποικιλίες στη σχετική αφθονία μπορεί να μην οφείλονται μόνο σε παράκτιες μεταβολές αλλά και σε άλλους παράγοντες, όπως υπερεκμετάλλευση, αλλαγή στις ανθρώπινες προτιμήσεις ως προς την τροφή ή στον τύπο οικονομίας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗΣ

Σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν πολλά δυσεπίλυτα μέχρι πρότινος προβλήματα βρίσκουν λύση. Όμως το παρελθόν είναι ιδιαίτερα σύνθετο και ποτέ δεν είναι δυνατόν να το προσεγγίσουμε απολύτως. Υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι για γενίκευση ή και υπεραπλούστευση. Χρησιμοποιώντας ως δεδομένα τα στοιχεία από τις ανωτέρω ερευνητικές προσεγγίσεις για ν’ ανασυνθέσουμε τις περιβαλλοντικές συνθήκες του παρελθόντος, καθώς οι πληροφορίες είναι πάντα αποσπασματικές είναι επικίνδυνο να γίνει λανθασμένη χρήση και ερμηνεία τους. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ερευνάται μία όσο το δυνατόν ευρύτερη ομάδα ευρημάτων, και να λαμβάνονται υπ’ όψιν και άλλου τύπου μικρής διάρκειας περιβαλλοντικές αλλαγές, όπως για παράδειγμα η αύξηση των βροχοπτώσεων.

Οι περιβαλλοντικοί αρχαιολόγοι έχουν δύο κυρίως στόχους όσον αφορά τη μελέτη τους γύρω από το θαλάσσιο περιβάλλον: α) την κατανόηση της αλληλεπίδρασης των φυτών, των ζώων και του ανθρώπου στο πολιτιστικό επίπεδο και β) την κατανόηση της αλλαγής και εξέλιξης των γεωλογικών και παλαιογεωγραφικών δεδομένων.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

AGER, D.V. (1963)

Palaeoecology. An introduction to the study of how and where animals and plants lived in the past, JAS, London

ANDERSON, J. M. (1981)

Ecology for Environmental Sciences: Biosphere, Ecosystems, and Man, Edward Arnold.

ANGEL, J.L. (1972-3)

Ecology and population in the Eastern Mediterranean, WA 4, 88-105.

BALLEY, G. N. (1975)

The role of molluscs in coastal economies. The results of midden-analysis in Australia, J.A.S. 2, 45-62.

BATTARBEE, R.W. (1986)

Diatom analysis. In: Berglund B.E (ed.) Handbook of Holocene Palaeoecology and Palaeohydrology, pp. 527-70.

BERGLUD, B.E.(ed) (1986)

Handbook of Holocene Palaeoecology and Palaeohydrology. Wiley & Sons. International.

BINTLIFF, J. (1977)

Natural Environment and human settlement in Prehistoric Greece, .BAR 28, Oxford 2 volumes.

BOTTEMA, S. (1982)

Palynological Investigations in Greece with special references to Pollen as an indicator of human activity. Palaeohistoria 24: 257-89.

BOTTEMA, S. (1994)

The Prehistoric Environment of Greece: A review of the palynological record. In P.N. KARDULIAS (ed.) Beyond the site. Regional studies in the Aegean Area. University Press of America, Lanham, pp 45-68.

BRADLEY, R.S (1985)

Quaternary Palaeoclimatology: Methods of palaeoclimatic reconstruction.

BROODBANK, C. (2000)

An Island Archaeology of the Early Cyclades. Cambridge

BROTHWELL, D., HIGGS, E. (ed.) (1969)

Science in Archaeology, London.

BROWN, F. H. (1992)

Methods of dating. In The Cambridge Encyclopaedia of Human Evolution, S. Jones, R. Martin, and D. Ptlbeam. (ed.) pp. 179-86. Cambridge: Cambridge University Press.

BRYANT, V.M. & HOLLOWAY, A.G. (1983)

The role of palynology in archaeology. In Schiffer M. B. Advances in Archaeological method and Theory 6: 191-224.

BUTZER, K.W. (1983)

Global sea level stratigraphy: an appraisal. Quaternary Science Reviews 2: 1-15.

CHAPLIN, R.E. (1984)

The Study of Animal Bones from Archaeological Sites, The University of Chicago Press: Chicago and London.

CHAPPELL, J. & SHACKLETON, N.J. (1986)

Oxygen Isotopes and sea level. Nature 324: 137-40.

CORNWALL, I.W. 1958

Soils of the Archaeologist. London: Phoenix House.

CORNWALL, I.W. (1969)

Soil stratification and environment. In Brothwell D.R. & Higgs E.S. (eds) Science in Archaeology: 124-34.

DAVIDSON, A. (1972)

Mediterranean Seafood, London.

DAVIDSON, D. A & SHACKLEY, M. I. (eds.) (1976)

Geoarchaeology: Earth Science and the Past

DENNELL, R. (1980)

The use, abuse and potential of site catchment analysis. In Findlow F.J. & Ericson J.E. (eds.) Catchment analysis : Essays on prehistoric resource space, pp 1-20

DINCAUZE, D.F. (2000)

Environmental Archaeology, principles and practice. Cambridge University Press, Cambridge.

DRIVALIARI, A. (1995)

Pollen spectra and paleoenvironments of Upper Neogene in the Eastern Mediterranean region. Climate aspects of a latitudinal transect (from Romania to the Nile Delta). Xth RCMNS Congress, 76, 61-65.

ΦΑΛΑΡΑ, Π.. (1990)

Ψάρια και ψαρέματα, Piraeus.

GREIG, J., (1989)

Arcaeobotany. Handbooks for Archaeologists, 4 European Sciences Foundation

HALSTEAD, P. (1987)

Man and other animals in later Greek prehistory, BSA. 82: 71 – 83.

HANSEN, J.(1985)

Palaeoethnobotany in Greece: Past, Present and Future in Wilkie N.C. & Coulson (eds.) Contribution to Aegean Archaeology: Studies in Honour of William A. Mac Donald, Minneapolis, p.171-183

HIGGS, E. (ed.) (1975)

Palaeoeconomy, Cambridge.

JONES, R.L. (1980)

Biogeography: Structure, Process, Pattern, and Change within the Biosphere, Hutton.

ΚΑΡΑΛΗ, Λ. (1986)

Αρχαιολογία και η μελέτη των θαλασσινών οστρέων, Αρχαιολογία 19, 57-59.

ΚΑΡΑΛΗ, Λ. (2005)

Περιβαλλοντική Αρχαιολογία , Αθήνα

ΚΑΡΑΛΗ, Λ. (1998)

Λεξικό Αρχαιολογικών και Περιβαλλοντικών Όρων, Ελληνικά Γράμματα Β έκδοση, Αθήνα

KARALI, L. (1999)

Shells in Aegean Prehistory, BAR International series 761.

LEROI-GOUHRAN, A. (1943)

L’homme et la matiere, Paris,

MISKOSKY, J.R (1986)

L’ environment au temps de la prehistoire (Methodes et modeles), Paris: Masson

PEARS, N. (1977)

Basic Biogeography, Longman.

PEARSALL, M. D. (1989)

Paleoethnobotany. A Handbook of Procedures, Academic Press

POWELL, J. (1996)

Fishing in the Prehistoric Aegean, Studies in Mediterranean Archaeology and Literature, Pocket-Book 137, Jonsered

RABAN, A. (1986)

Archaeology of coastal changes: Proceedings of the First International Symposium “Cities on the sea-past and present”, Haifa, Israel, September 2-29

REESE, D.S. (1981)

Finfish and Shellfish in Mediterranean Archaeology, in Old World Archaeology Newsletter 5/2, Middletown, Conn., 8-10.

RENFREW, C. & BAHN, C. (1991)

Archaeology. Methods and Practice, Thames and Hudson, London.

RICHARD, H. (1999)

La palynologie. In: Ferdière A. (dir.). La botanique. Collection Archéologiques. Errance, Paris : 9-42.

SHACKLEY, M.L. (1981)

Environmental Archaeology. B.T. Batsford LTD London.

SHACKLEY, M.L (1982)

Using Environmental Archaeology. Allen and Unwin.

SIMMONS, I. (1982)

Biogeographical Processes, George Allen and Unwin.

STANLEY, D.J. (ed.) (1972)

The Mediterranean Sea: A natural Sedimentation. laboratory, Dowden, Hutchinson and Ross, Inc. Stroudsburg, Pennsylvania.

THOMAS, K.P. (1987)

Prehistoric Coastal Ecologies. A view from outside Franchthi Cave, Greece, Geoarchaeology, vol.2, no. 3, 231-240.

WHEELER, A., JONES, A.K.G. (1989)

Fishes, Cambridge Manuals in Archaeology, Cambridge University Press,

ZANGGER, E. (1992)

Neolithic to Present Soil Erosion in Greece. in Past and Present Soil Erosion. Edited by Martin Bell and John Boardman. Oxbow Books.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ. (1975)

Γεωλογική και φυσικοιστορική Βιβλιογραφία της Ελλάδος. Bibliography of Greece. Αθήναι,- Εθνικόν Ιδρυμα Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών, τ.8

Share this:

  • Share

Like this:

Like
Be the first to like this post.

Posted in Άρθρα - Articles, Συνέδρια - Scientific Meetings | Tagged "περιβαλλοντική αρχαιολογία", "θαλάσσιοι οργανισμοί", αρχαιοπεριβάλλον, θάλασσα |

  • Μεταδεδομενα

    • Register
    • Log in
    • Entries RSS
    • Comments RSS
    • WordPress.com
  • Αρχεια – Archives

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

  • Κατηγοριες – Categories

    • Άρθρα – Articles (41)
    • Ανασκαφές – Excavations (15)
    • Μελέτες – Projects (32)
    • Νέα – News (9)
    • Συνέδρια – Scientific Meetings (22)
    • Σύνδεσμοι – Links (3)
    • people (2)
    • Uncategorized (1)
  • Σελιδες – Pages

    • About
    • Editorial
    • Links
    • People
    • Presentations
    • Publications
  • Νεα – Recent Posts

    • 14η Ημερίδα Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας
    • New Papers
    • Colloque international – L’archéologie au laboratoire
  • Δημοφιλη - Top Posts

    • Confirmation of near-absolute dating of east Mediterranean Bronze-Iron Dendrochronology
    • H πανάκριβη πορφύρα
    • Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον είναι έννοιες αλληλένδετες.
  • Αναζήτηση

  • Ημερολογιο

    August 2008
    M T W T F S S
    « Jul   Sep »
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    25262728293031
  • RSS Environmental Archaeology

    • Volume 16, Number 2, October 2011
  • RSS ScienceDaily: Archaeology News

    • Sierra Nevada 200-year megadroughts confirmed
  • RSS Geoarchaeology

    • Geochronology and Landscape Development Along the Middle Río Quequén Grande at the Paso Otero Locality, Pampa Interserrana, Argentina
  • RSS Journal of Archaeological Science

    • Earthworm Activity and Archaeological Stratigraphy: A Review of Products and Processes
  • RSS ScienceDaily: Anthropology News

    • Female choice key to evolutionary shift to modern family
  • RSS Explorator (Archaeological Newsletter)

    • explorator 15.06
  • Οι Επισκεπτες μας – Our Visitors

  • Site Meter

Blog at WordPress.com.

Theme: MistyLook by Sadish.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Powered by WordPress.com
loading Cancel
Post was not sent - check your email addresses!
Email check failed, please try again
Sorry, your blog cannot share posts by email.