ΑΡΧΑΙΟΒΟΤΑΝΙΚΗ
Αρχαιοβοτανική είναι η επιστήμη που μελετά κατάλοιπα φυτών προερχόμενα από αρχαιολογικούς χώρους, με βασικό στόχο την ανασύσταση των επιμέρους παλαιοπεριβαλλόντων και παλαιοοικονομιών. Στην Ελλάδα άρχισε να κερδίζει έδαφος τις τελευταίες μόλις δεκαετίες. Η μελέτη των φυτικών καταλοίπων προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για το ευρύτερο περιβάλλον μιας αρχαιολογικής θέσης, την επιλογή των διαφόρων ειδών και τον τρόπο καλλιέργειάς και επεξεργασίας τους από τους ανθρώπους και βεβαίως τις διατροφικές συνήθειες των τελευταίων.
Τι ακριβώς όμως μελετά η Αρχαιοβοτανική; Τα φυτικά κατάλοιπα που έρχονται στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών ερευνών διακρίνονται σε μακροσκοπικά (καρποί, σπόροι, άλλα τμήματα φυτών, ξύλο καθώς και αποτυπώματα αυτών σε εύπλαστη ύλη), τα οποία και διατηρούνται συνήθως μέσω της απανθράκωσης και σε μικροσκοπικά (φυτόλιθοι, διάτομα, σπόρια και κόκκοι γύρης). Τα τελευταία είναι δυνατό να διασωθούν και να διατηρηθούν κάτω από ορισμένες μόνο συνθήκες. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται κατανοητό ότι το υλικό που εξετάζει η αρχαιοβοτανική χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από ανομοιογένεια, γεγονός που υπαγορεύει διαφορετικές μεθόδους επεξεργασίας, μελέτης και αντιμετώπισης.
Στόχος της παρούσας ερευνητικής εργασίας ήταν η δημιουργία μίας βάσης δεδομένων, η οποία θα περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του μέχρι τώρα δημοσιευμένου υλικού που εμπίπτει στο αντικείμενο της Αρχαιοβοτανικής επιστήμης και αφορά στην προϊστορική Ελλάδα και η οποία θα απευθύνεται σε άτομα διαφόρων ειδικοτήτων (όπως για παράδειγμα μουσειολόγους, εκπαιδευτικούς, φοιτητές ή ακόμα και μαθητές) και όχι μόνο σε αρχαιολόγους ειδικούς στην περιβαλλοντική αρχαιολογία.
Ο στόχος αυτός διαμόρφωσε και τρόπο τον εργασίας. Η βιβλιογραφική έρευνα αποτέλεσε το πρωταρχικό και ίσως σημαντικότερο στάδιο. Ακολούθησε η αποδελτίωση και η μεταφορά των στοιχείων στη βάση δεδομένων. Σε αρκετές περιπτώσεις οι τρεις αυτές διαδικασίες πραγματοποιούνταν παράλληλα. Η βάση είχε μια τέτοια μορφή:

Δυστυχώς ο αριθμός των θέσεων από τις οποίες έχουν μελετηθεί τα αρχαιβοτανικά κατάλοιπα είναι σχετικά περιορισμένος. Συγκεντρώθηκε υλικό από μόλις 46 θέσεις της προϊστορικής Ελλάδας, στην πλειοψηφία τους οικισμοί. Καθώς η αρχαιοβοτανική γνωρίζει ιδιαίτερη ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες δημιουργείται ένα φανερό κενό από την έλλειψη στοιχείων που αφορούν σημαντικές ανασκαφές και οι οποίες έλαβαν χώρα σε παλαιότερες εποχές (Μυκήνες, Κνωσός και άλλα). Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχουν συμπεριληφθεί απλές και σκόρπιες αναφορές, ενταγμένες μέσα σε αρχαιολογικά κείμενα που δεν πρόσεφεραν ακριβείς πληροφορίες, αλλά βασιστήκαμε σε πλήρεις και ολοκληρωμένες όσο ήταν δυνατόν μελέτες.
Το πρώτο πρόβλημα με το οποίο ήρθαμε αντιμέτωποι στην πορεία επεξεργασίας των στοιχείων ήταν η διαμόρφωση των κατηγοριών, στις οποίες έπρεπε αυτά να ενταχθούν. Έγινε προσπάθεια να δημιουργηθούν κατηγορίες, με τις οποίες να δηλώνεται τόσο ο τρόπος διατήρησής τους (όπου αυτό ήταν απαραίτητο) όσο και το είδος των φυτικών καταλοίπων. Το υλικό μας χωρίστηκε λοιπόν σε δύο βασικές κατηγορίες Μικροσκοπικά – Μακροσκοπικά κατάλοιπα: Τα πρώτα διακρίνονται στις εξής υποκατηγορίες 1. Φυτόλιθοι 2. Διάτομα 3. Παλυνολογία, η οποία με τη σειρά της διακρίνεται σε: Κόκκους Γύρης και Σπόρια. Όσον αφορά τα μακροσκοπικά κατάλοιπα η κατάσταση είναι περισσότερο πολύπλοκη, γεγονός που συνάδει και με τη φύση του υλικού. Τα ευρήματα αρχικά χωρίζονται σε καρπούς, δημητριακά, όσπρια, ξύλο και τέλος φυτικά κατάλοιπα (πρόκειται για κατηγορία που περιλαμβάνει όλα όσα δεν μπορούν να ενταχθούν σε καμία από τις άλλες κατηγορίες). Με αφετηρία αυτές διαμορφώνονται κάποιες επιμέρους κατηγορίες με βάση τον τρόπο διατήρησής τους (απανθρακωμένα, ορυκτοποιημένα κοκ).
Με την επεξεργασία των δεδομένων και την εισαγωγή τους στη βάση ήρθαμε αντιμέτωποι με ορισμένα ακόμα προβληματικά σημεία, μεγάλο μέρος των οποίων οφείλεται στον τρόπο που οι μελετητές διαχειρίστηκαν το υλικό τους. Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι πολλές μελέτες αν και είναι ενσωματωμένες σε τελικές δημοσιεύσεις αρχαιολογικών θέσεων δεν είναι ολοκληρωμένες, αλλά προκαταρκτικές. Από αρκετές λοιπόν απουσιάζουν βασικά κατά τη γνώμη μας στοιχεία, γεγονός που εμποδίζει τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης εικόνας. Συχνά για παράδειγμα δε γίνεται αναφορά σε ποσοτικά και στατιστικά στοιχεία (όπως είναι η συχνότητα εμφάνισης των ειδών, τα επικρατέστερα είδη), στον τρόπο διατήρησής τους (απανθράκωση, ορυκτοποίηση κ.α), στα εργαστήρια, όπου έλαβε χώρα η μελέτη τους. Ο τρόπος δειγματοληψίας (αν για παράδειγμα γινόταν συστηματική συλλογή φυτικών καταλοίπων ή όχι, αν αυτά προέκυψαν μετά από κοσκίνισμα κ.ο.κ.) είναι κάτι που συχνά παραλείπεται, αν και αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, καθώς η υιοθέτηση της μίας ή της άλλης πρακτικής θα μας οδηγούσε σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα. Σημαντική είναι επίσης η απουσία συσχετισμού με συγκεκριμένο αρχαιολογικό περιβάλλον (όπως για παράδειγμα φούρνους, εστίες κ.α.), η ένταξή τους στη στρωματογραφία αλλά και η ακριβής χρονολόγησή τους. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική η αναζήτηση της χρονολόγησης του υλικού, καθώς δε δινόταν ξεκάθαρα από τους μελετητές. Και στο σημείο αυτό δεν αναφερόμαστε στην απόλυτη χρονολόγηση που είναι εύλογο ως ένα βαθμό να απουσιάζει αλλά ακόμα και στη σχετική. Παράλληλα εμπόδιο στη συνολική θεώρηση των αρχαιοβοτανικών καταλοίπων μιας θέσης αποτελεί η απουσία συγκεντρωτικών συμπερασμάτων και δημοσιεύσεων. Σε κάποιες άλλωστε περιπτώσεις υλικό από διαφορετικές ανασκαφικές περιόδους της ίδιας θέσης μελετάται από διαφορετικούς μελετητές, τα πορίσματα από την έρευνα των οποίων δεν αντιμετωπίζονται συνολικά. Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα την απουσία συμπερασμάτων για τη χρήση και τη σημασία του κάθε είδους σε μια συγκεκριμένη θέση αλλά και για τη σχέση τους με το ευρύτερο περιβάλλον της περιοχής. Αντί αυτού συνήθως έχουμε μόνο κάποια γενικά σχόλια για ορισμένα είδη, σχόλια που ισχύουν για κάθε περιοχή και εποχή.
Ορισμένα προβλήματα απορρέουν από την ως ένα βαθμό διαφορετική ορολογία που, όπως είναι λογικό, ο κάθε μελετητής μεταχειρίζεται. Προκειμένου όμως να εξασφαλιστεί ομοιομορφία κρίθηκε απαραίτητο να ακολουθηθεί ενιαία ορολογία, αλλάζοντας σε κάποιες περιπτώσεις με άλλους αντίστοιχους τους όρους που οι μελετητές χρησιμοποίησαν. Οι μελετητές συνήθως δίνουν την λατινική ονομασία των διαφόρων φυτικών ειδών. Δεν είναι λοιπόν πάντα εφικτή η ταύτιση με είδη της ελληνικής χλωρίδας και η απόδοση σε αυτούς ελληνικών ονομάτων. Ορισμένες φορές δίνεται μόνο μία κοινή ονομασία που αντιστοιχεί σε περισσότερα του ενός είδη (για παράδειγμα η λέξη σιτάρι αντιστοιχεί στα triticum monococcum, t. dicoccum, t.spelta…). Προκειμένου λοιπόν να γίνουν τα πράγματα περισσότερο κατανοητά για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τη φυτολογία κρίθηκε απαραίτητο να ενταχθούν στη βάση στοιχεία που αφορούσαν στην οικογένεια και την τάξη, στην οποία το κάθε είδος άνηκε. Παράλληλα δίπλα σε αυτά δίνεται η ελληνική επιστημονική ονομασία αλλά και η κοινή, εάν βέβαια υπάρχει. Με αυτόν τον τρόπο ελπίζουμε ότι θα είναι περισσότερο κατανοητά τα διάφορα είδη, και πιο εύκολος ο συσχετισμός τους και η εξαγωγή συμπερασμάτων.
Παρά τις όποιες δυσκολίες και την έλλειψη σε ορισμένες περιπτώσεις βασικών στοιχείων, οι πληροφορίες που μπορεί να αποκομίσει κανείς από τη μελέτη των φυτικών καταλοίπων της Ελλάδας είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την ολόπλευρη κατανόηση του πολιτισμού της Εποχής του Χαλκού στον Αιγαιακό χώρο.
Λ. Καραλή και Ομάδα Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας του Παν/μιου Αθηνών (2008)
